ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Κατερίνα Παπανάτσιου: Περιοριστική πολιτική και απόλυτος αυταρχισμός από την κυβέρνηση

Επίθεση στην κυβέρνηση της Ν.Δ. εξαπολύει η αναπληρώτρια τομεάρχης Οικονομικών και βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ Κατερίνα Παπανάτσιου, κατηγορώντας τη Ν.Δ. πως διαχειρίζεται την κατάσταση με ένα μείγμα περιοριστικής πολιτικής και απόλυτου αυταρχισμού. Προσθέτει πως η απάντηση του ΣΥΡΙΖΑ σε αυτό πρέπει να είναι άμεση, με την προάσπιση πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, καθότι ήταν πάντα προμετωπίδα του προοδευτικού κόσμου και της Αριστεράς. “Με απόλυτη κατανόηση των δυσκολιών της Covid, πρέπει να βρούμε τους τρόπους να επικοινωνήσουμε, όσο διαρκεί αυτή η κατάσταση, με τον κόσμο που πλήττεται”, αναφέρει χαρακτηριστικά.

Από εκεί και πέρα, η Κατερίνα Παπανάτσιου θεωρεί ότι το πρόγραμμα που υλοποιεί η κυβέρνηση έχει «μνημονιακής έμπνευσης» μέτρα, συμπληρώνοντας ότι είναι κρίσιμο για τον ΣΥΡΙΖΑ να παραμείνει ριζοσπαστικός και να μην πέσει στην παγίδα της εναλλαγής στη διακυβέρνηση.

Επίσης σημειώνει πως ο προϋπολογισμός του 2021 αντανακλά πλήρως την κυβερνητική «ελλειμματική» πολιτική στήριξης της κοινωνίας και της οικονομίας, ενώ δεν εμπεριέχει κανένα νέο μέτρο ενίσχυσης, και αντιπροτείνει την ενίσχυση της Υγείας, την προστασία των εισοδημάτων και τη θωράκιση της ρευστότητας των επιχειρήσεων.

Πιστεύετε πως υπάρχει ο κίνδυνος να οδηγηθούμε σε ένα νέο Μνημόνιο, δεδομένων των αρνητικών οικονομικών στοιχείων;

Θεωρώ ότι το πρόγραμμα που υλοποιεί η κυβέρνηση έχει αυτό που θα χαρακτηρίζαμε «μνημονιακής έμπνευσης» μέτρα. Η συζήτηση δεν περιστρέφεται όμως μόνο στους όρους επιτροπείας, αλλά στην εφαρμογή των εκάστοτε πολιτικών. Είναι ή όχι «μνημονιακής» έμπνευσης η θεσμοθέτηση των απλήρωτων υπερωριών; Είναι «μνημονιακής» έμπνευσης η ρευστοποίηση της περιουσίας των πολιτών; Είναι «μνημονιακής» έμπνευσης η επιχειρούμενη βίαιη αναδιάρθρωση της αγοράς με αφορμή την πανδημία; Είναι σκληρές νεοφιλελεύθερες επιλογές, που κάποτε φάνταζαν εκτός πραγματικότητας, «εκλαϊκεύτηκαν» με το «μαζί τα φάγαμε» των Μνημονίων, που ακολούθησαν τη χρεοκοπία της χώρας το 2010, και έκτοτε αποτελούν προμετωπίδα της συντηρητικής παράταξης, καλυμμένα με δήθεν φιλοαναπτυξιακή λογική. Σε αυτά προσθέστε και τη φράση του αναπληρωτή υπουργού Οικονομικών κ. Σκυλακάκη, πως το κάθε ευρώ που δαπανάμε τώρα είναι μελλοντικοί φόροι που θα αναπληρωθούν, και βγάλτε τα δικά σας συμπεράσματα. Το πρόβλημα είναι, δυστυχώς, ότι η μέθοδος συμπίεσης των εισοδημάτων και η εσωτερική υποτίμηση ήταν το πάθημα, από τη δεκαετή οικονομική κρίση, που δεν έγινε μάθημα στη Ν.Δ., γιατί προφανώς αποτελεί βασικό άξονα της πολιτικής της.

Ποια είναι η δική σας πρόταση για την έξοδο από την οικονομική κρίση, πέραν της υγειονομικής;

Οι πολίτες και η οικονομία έχουν ανάγκη συνολικής στήριξης. Ζούμε μια πρωτόγνωρη κατάσταση, αλλά η εμπειρία της προηγούμενης δεκαετίας πρέπει να μας κάνει πιο σοφούς/ές. Η κυβέρνηση δεν θέλει να μπει στη συζήτηση για αύξηση των δαπανών σε κρίσιμους τομείς, όπως η Υγεία, η Παιδεία. Δεν ενδιαφέρεται για διασφάλιση των μισθών και των εισοδημάτων των πολιτών, τα οποία θα διοχετευθούν στην κατανάλωση, ώστε να μείνουν όρθιες και οι επιχειρήσεις. Προσπαθεί να προχωρήσει σε μια αναδιάρθρωση της αγοράς. Αυτή η περίοδος αναδεικνύει ερωτήματα για τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε το κράτος, ως παρέμβαση ύστατης καταφυγής ή ρυθμιστή της αγοράς. Εγείρονται ζητήματα για τον ρόλο του κράτους στην οικονομία και σε βασικούς πυλώνες του κοινωνικού κράτους, όπως η Παιδεία, η Υγεία και η εργασία. Αυτά τα ερωτήματα ορίζουν το «μείγμα πολιτικής», δεν είναι ξεπερασμένα, όπως ήθελε η κυρίαρχη αντίληψη να πιστεύουμε, απλώς κρύβονταν κάτω από την επιφάνεια της «επισφαλούς» ανάπτυξης.

Ο ΣΥΡΙΖΑ – Π.Σ. συμπεριφέρθηκε εξαρχής με σοβαρότητα. Ήταν η πρώτη φορά που αξιωματική αντιπολίτευση κατέθεσε στην κυβέρνηση μια συνολική, κοστολογημένη πρόταση. Αρχικά παρουσιάσαμε την πρότασή μας, που δεν εισακούστηκε. Το «Μένουμε Όρθιοι 2» αποτέλεσε τη συνέχεια του προηγούμενου, με όρους αναπροσαρμογής, αφορούσε δαπάνες της τάξης των 13 δισ. σχετικά με την ενίσχυση της Υγείας, της εργασίας, το Εισόδημα Έκτακτης Ανάγκης. Σε αυτά είχαμε προβλέψει επιπλέον ποσά από τις ευρωπαϊκές ενισχύσεις, το πρόγραμμα SURE, το Ταμείο Εγγυοδοσίας της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, το Pandemic Emergency Purchase Programme (PEPP), αλλά και την ανακατεύθυνση πόρων του ΕΣΠΑ. Καταθέσαμε νέο πρόγραμμα στη ΔΕΘ, που αφορούσε μέτρα όπως η επιδότηση εργασίας, το Εισόδημα Έκτακτης Ανάγκης, η μη επιστρεπτέα ενίσχυση, η μείωση ΦΠΑ, η επιδότηση ενοικίου πληττόμενων επιχειρήσεων. Παράλληλα, επεξεργαζόμαστε μια συνολική πρόταση για την αξιοποίηση του ταμείου ανάκαμψης. Η διαφορά μας με τη κυβέρνηση, έγκειται στο γεγονός ότι εμείς βλέπουμε μακροπρόθεσμα ως «επένδυση» την ενίσχυση της κατανάλωσης, την παροχή ρευστότητας, τη μείωση των ανισοτήτων με τη δικαιότερη κατανομή των φορολογικών βαρών. Δεν γίνεται η απάντηση στην κρίση να είναι απλήρωτες υπερωρίες, μείωση των δαπανών για την Υγεία και εφαρμογή του νέου Πτωχευτικού Κώδικα.

Ο ΣΥΡΙΖΑ κατηγορεί την κυβέρνηση ότι υιοθετεί σκληρή ατζέντα σε οικονομία και εργασία, όμως δεν ανεβαίνει στις δημοσκοπήσεις. Σας προβληματίζει το γεγονός αυτό;

Οι δημοσκοπήσεις είναι ένα βασικό εργαλείο για τη δουλειά των κομμάτων, αλλά σίγουρα όχι το σπουδαιότερο. Δεν μπορεί να είναι σοβαρό επιχείρημα αυτό για την κυβέρνηση. Δεν θα περιμέναμε, βέβαια, κάτι διαφορετικό από μια κυβέρνηση όπου καθοριστικός παράγοντας για τη λήψη αποφάσεων είναι οι κατευθύνσεις των επικοινωνιολόγων. Δεν μπορούμε να αποδεχτούμε ως επιχείρημα πως όλα βαίνουν καλώς, αφού οι δημοσκοπήσεις δείχνουν είτε το ένα είτε το άλλο. Θα το λάβεις υπ’ όψιν, αλλά αυτό δεν υποκαθιστά την πραγματικότητα, είτε είσαι κυβέρνηση είτε αντιπολίτευση. Ο πρωθυπουργός, όπου δεν είναι «ανέμελος», πραγματοποιεί ελεγχόμενες επισκέψεις, όπως στη Θεσσαλονίκη, αυτό λέει πολλά. Ακόμα κι έτσι όμως, παρατηρείται σημαντική πτώση στα ποσοστά της κυβέρνησης, σε σχέση με τη διαχείριση του πρώτου κύματος της πανδημίας, ιδιαίτερα στον οικονομικό τομέα. Η ανασφάλεια μεγαλώνει. Από την άλλη, ο ρόλος του ΣΥΡΙΖΑ σε κοινοβουλευτικό επίπεδο δεν στηρίζεται στη στείρα κριτική, αλλά στην κατάθεση προτάσεων. Παρ’ όλα αυτά, το κρίσιμο για τον ΣΥΡΙΖΑ είναι να παραμείνει ριζοσπαστικός, να μην πέσει στην παγίδα της εναλλαγής στη διακυβέρνηση. Θα πρέπει να ενισχύουμε συνεχώς τις κοινωνικές διεκδικήσεις και να «επικαιροποιούμε» τη μεθοδολογία μας, τα ίδια συστατικά δηλαδή που έκαναν κοινωνικά χρήσιμη την Αριστερά και της πρόσφεραν κοινωνική γείωση.

Είναι σαφές ότι έχει πληγεί πάρα πολύ η μικρομεσαία επιχειρηματικότητα. Τι θα πρέπει να γίνει για να στηριχθούν αυτές οι επιχειρήσεις;

Η κυβέρνηση με τις επιλογές της οδηγεί τις επιχειρήσεις σε ασφυξία. Στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ καταδεικνύουν την πλήρη κατάρρευση σε κλάδους (εστίαση / επιχειρήσεις καταλυμάτων) που, όπως επισημαίνεται, έχουν βαρύνουσα σημασία για το σύνολο της ελληνικής οικονομίας. Αν ακολουθούσαμε διαφορετική κατεύθυνση, όπως τόσες χώρες, που διάβασαν ορθότερα τη συγκυρία, η κατάσταση θα ήταν διαφορετική. Για να διατηρήσω την προσφορά, να τονώσω τη ζήτηση και να περιορίσω την ύφεση, πρέπει να δαπανήσω. Η κυβέρνηση επιχειρεί αναδιάρθρωση της αγοράς. Ό,τι δεν επετεύχθη με τα Μνημόνια, η κυβέρνηση προσπαθεί να το πετύχει τώρα. Κατά τη διάρκεια της πανδημίας, έγινε η πολιτική επιλογή να προχωρήσουμε με αναστολές πληρωμών και ενισχύσεις με τη μορφή δανείων, τα οποία, σε περίοδο ύφεσης, αυξάνουν το χρέος επιχειρήσεων και πολιτών.

Επί σειρά ετών, ακούμε πως υπάρχει πρόβλημα στη δομή της ελληνικής οικονομίας. Σε όλες τις χώρες της Ευρώπης οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στην οικονομία, στην απασχόληση. Πρέπει να δούμε αυτή την κρίση σαν ευκαιρία για πραγματική μετάβαση σε νέα εποχή για την επιχειρηματικότητα. Προτεραιότητα πρέπει να είναι η ανάσχεση των τάσεων συρρίκνωσης της ρευστότητας των επιχειρήσεων και η επιτάχυνση της ροής πόρων από το ταμείο ανάκαμψης και το ΕΣΠΑ. Αυτό σημαίνει ευκολότερη πρόσβαση στο τραπεζικό σύστημα, ενίσχυση της ψηφιακής δομής των επιχειρήσεων, σταθερό φορολογικό σύστημα, φορολογική επιβράβευση των επιχειρήσεων που είναι συνεπείς, στήριξη των θέσεων εργασίας και κατάργηση του Πτωχευτικού Νόμου. Θα πρέπει να εστιάσουμε στις πραγματικές διαρθρωτικές αδυναμίες της οικονομίας, να επενδύσουμε σε κλάδους που θα αποκαταστήσουν την εξωστρέφεια. Να σχεδιάσουμε από τώρα την απάντηση στο δίλημμα εάν η χώρα θα διαλέξει τον ανταγωνισμό προϊόντων, υπηρεσιών ποιότητας με ενσωματωμένη γνώση ή παραγωγή στηριζόμενη στο χαμηλό κόστος.

Ποια εκτιμάτε ότι θα είναι η πορεία της οικονομίας τo 2021; Πρέπει να υπάρξουν νέα μέτρα ενίσχυσης;

Δεν μπορούμε να προβλέψουμε ακριβώς, αλλά γνωρίζουμε, δυστυχώς, ότι οι βαθιές οικονομικές – κοινωνικές συνέπειες των σημερινών πολιτικών θα γίνουν αφόρητα αισθητές σε δεύτερο χρόνο. Αυτή τη στιγμή, με τα δεδομένα που έχουμε, οι ενδείξεις δεν είναι θετικές. Η ελληνική οικονομία κατέγραψε νέα βαθιά ύφεση, 11,7%, στο τρίτο τρίμηνο του 2020, γεγονός που τη φέρνει στην τελευταία θέση της Ευρώπης, επιβεβαιώνοντας ότι δεν ελήφθησαν μέτρα, στην κατάλληλη ποσότητα, ποιότητα και στον σωστό χρόνο, όπως επισημαίναμε διαρκώς από την έναρξη της πανδημίας. Η Eurostat εμφανίζει τη χώρα μας να έχει τη δεύτερη μεγαλύτερη μείωση εισοδημάτων και την τρίτη μεγαλύτερη μείωση στα εισοδήματα των εργαζομένων, καταγράφοντας τον χαμηλότερο ρυθμό ανάπτυξης. Ο ΟΟΣΑ σημειώνει πως η ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας θα κινηθεί το 2021 στο 0,9%. Η ετήσια έρευνα SAFE της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σημειώνει πως οι ΜμΕ της χώρας παρουσιάζουν μια από τις μεγαλύτερες μειώσεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Ο προϋπολογισμός του 2021 αντανακλά πλήρως την κυβερνητική «ελλειμματική» πολιτική στήριξης της κοινωνίας και της οικονομίας, ενώ δεν εμπεριέχει κανένα νέο μέτρο ενίσχυσης. Η κυβέρνηση αναμένει ότι το ταμείο ανάκαμψης θα συνεισφέρει ένα πρόσθετο 2,1% στο ΑΕΠ του 2021. Ουσιαστικά, προβλέπεται ότι το 45% περίπου της προβλεπόμενης ανάπτυξης θα προέλθει από τους πόρους του ταμείου ανάκαμψης. Αυτό όμως δεν αποτελεί σοβαρό σχεδιασμό και νομίζω μάς δίνει την απάντηση στο ερώτημά σας. Όλα τα παραπάνω δείχνουν πως η πολυσυζητημένη ανάκαμψη τύπου V, σε συνδυασμό με τα ανεπαρκή μέτρα του προϋπολογισμού, δεν είναι ένα εφικτό σενάριο. Είναι προφανές πως όταν η ύφεση απλώνεται εις βάθος, πρέπει να παραδεχτούν ότι κάτι δεν έγινε σωστά. Με δεδομένο ότι οι οικονομικές προεκτάσεις της πανδημίας θα γίνουν ορατές σε δεύτερο χρόνο και δεν θα εξανεμιστούν με τη λήξη του υγειονομικού συναγερμού, πρέπει να προβλεφθούν μέτρα όπως η ενίσχυση της Υγείας, η προστασία των εισοδημάτων και η θωράκιση της ρευστότητας των επιχειρήσεων.

Πώς κρίνετε την πορεία της κυβέρνησης μέχρι στιγμής;

Η κυβέρνηση διαχειρίζεται την κατάσταση με ένα μείγμα περιοριστικής πολιτικής και απόλυτου αυταρχισμού. Το μείγμα είναι εκρηκτικό. Δυστυχώς, η Ν.Δ. «εισάγει» ένα νέο μοντέλο διακυβέρνησης. Υπάρχει μια σαφέστατη ρήξη με το πρότυπο διακυβέρνησης, ακόμα και για τις κεντροδεξιές κυβερνήσεις, έως τώρα. Αυτό το μοντέλο εμπνέεται από την εναλλακτική Δεξιά, που έκανε την εμφάνισή της μέσα στην κρίση. Είναι εμπλουτισμένο με επικοινωνιακά «όπλα» και παραπληροφόρηση, απόλυτο αυταρχισμό και αναθεώρηση αρκετών δικαιωμάτων και ελευθεριών. Φαίνεται πως το πάθημα της κρίσης τούς έγινε μάθημα και προχώρησαν το δόγμα της μηδενικής ανοχής ένα βήμα παραπέρα. Η απάντηση της Αριστεράς σε αυτό πρέπει να είναι άμεση. Η προάσπιση πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων ήταν πάντα προμετωπίδα του προοδευτικού κόσμου και της Αριστεράς. Με απόλυτη κατανόηση των δυσκολιών της Covid, πρέπει να βρούμε τους τρόπους να επικοινωνήσουμε, όσο διαρκεί αυτή η κατάσταση, με τον κόσμο που πλήττεται.

Πηγή: left.gr

Comments are closed.

ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΑΠΟ:ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ