ΑΠΟΨΕΙΣΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Μπορεί ο COVID-19 να αλλάξει το κράτος πρόνοιας;

Περίληψη: Οι online κοινότητες προσφέρουν στις υγειονομικές Αρχές την ευκαιρία, εάν την αρπάξουν, να εμπλέξουν το κοινό όχι ως δικαιούχοι και αποδέκτες περίθαλψης αλλά ως συμμετέχοντες στην παροχή πρόνοιας.

Ο RICHARD SENNETT είναι ανώτερος σύμβουλος του Προγράμματος των Ηνωμένων Εθνών για την Κλιματική Αλλαγή και τις Πόλεις (UN Program on Climate Change and Cities), ανώτερος συνεργάτης στο Center on Capitalism and Society στο Πανεπιστήμιο Columbia και επισκέπτης καθηγητής Αστικών Σπουδών στο MIT.

Στην παραγκούπολη Dharavi της Βομβάης, μια γυναίκα γνωστή στην κοινότητα μόνο ως κυρία Mehta αρρώστησε από COVID-19. Οι προοπτικές της δεν ήταν καλές: το δίκτυο κοινωνικής ασφάλισης στην Βομβάη είναι αδύναμο και κανένα δημόσιο νοσοκομείο δεν είχε χώρο για αυτήν. Ως υπηρέτρια, δεν είχε περισσευούμενα χρήματα για να πληρώσει για επίσκεψη σε γιατρό. Αλλά δεν ήταν εντελώς μόνη.

Η κοινότητα Dharavi έχει δημιουργήσει ένα δίκτυο χρησιμοποιώντας εφαρμογές για κινητά (apps) όπως το IndiaChat και ακόμη και το Allindiachat (μια αναθεωρημένη εφαρμογή για ραντεβού [dating]) για την σύνδεση γειτόνων με γείτονα. Μέσω τέτοιων δικτύων, άλλοι κάτοικοι έμαθαν ότι η κα Mehta είχε προσβληθεί από την ασθένεια. Κάθε μέρα, κάποιος της έδινε φαγητό, οπισθοχωρώντας από την πόρτα όταν εκείνη άνοιξε για να τους χαιρετήσει. Μετά την έκλεινε, και οι δυο τους θα μιλούσαν για αρκετά λεπτά πριν φύγει ο γείτονας.

Στην παραγκούπολη Dharavi στην Βομβάη, στην Ινδία, τον Οκτώβριο του 2014. Shailesh Andrade / Reuters

Αυτή η διευθέτηση δεν ήταν προφανώς μια θεραπεία για την ασθένεια της κυρίας Mehta. Πράγματι, η ηλικιωμένη χήρα πέθανε μόλις 13 ημέρες μετά την εμφάνιση των πρώτων συμπτωμάτων της. Το τοπικό δημόσιο νοσοκομείο ήταν ήδη υπερφορτωμένο και οι τοπικοί γιατροί, που δεν είχαν προστατευτικό εξοπλισμό ή κινητές ιατρικές προμήθειες, δεν μπορούσαν να βοηθήσουν. Ο θάνατός της, ωστόσο, δεν ήταν αόρατος. Σε ένα μέρος όπου το κόστος της πανδημίας είναι σχεδόν δεδομένο, εφαρμογές όπως η IndiaChat, της οποίας η βιβλιοθήκη από emoji καθιστά τα μηνύματα ευανάγνωστα ακόμη και σε εκείνους με χαμηλό επίπεδο αλφαβητισμού, έχουν διευρύνει και ενισχύσει την συνοχή της κοινότητας. Αντί μόνο οι ολιγάριθμοι φίλοι της, σχεδόν 2.000 άτομα στο δίκτυο της κυρίας Mehta παρατήρησαν και θρήνησαν τον θάνατό της.

Η πορεία των τελευταίων ημερών της κυρίας Mehta και της πανδημίας COVID-19 στο σύνολό της θέτει εκ νέου το ερώτημα για το πώς οι κυβερνήσεις και οι πολίτες μπορούν να οργανώσουν προγράμματα πρόνοιας σε φτωχές κοινότητες -εκείνες [τις κοινότητες] όπου το δίχτυ ασφαλείας είναι λεπτό, σχισμένο, ή απουσιάζει. Αν και οι τεχνολογίες των κινητών τηλεφώνων δεν μπορούν να υποκαταστήσουν τους αναπνευστήρες και την προηγμένη θεραπευτική, έχουν φτάσει να παρέχουν μια πολύ απαραίτητη κοινωνική υπηρεσία: μια αίσθηση σύνδεσης που κάποτε απουσίαζε. Τέτοια online φόρουμ μπορεί να μην επιβιώσουν μετά την πανδημία, αλλά με το να παίζουν τον ρόλο που έχουν σε μέρη όπως το Dharavi, έχουν επιδείξει την ανάγκη και τις δυνατότητες για ευέλικτες, αποκριτικές εναλλακτικές έναντι των άκαμπτων γραφειοκρατιών που τείνουν να κυριαρχούν στην πρόνοια.

ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΔΙΑΧΩΡΙΣΜΟΣ

Τα αστικά γκέτο είναι περισσότερο νησιά παρά άμορφες κηλίδες από μελάνι: έχουν καθορίσει αυστηρά τις περιμέτρους που τα απομονώνουν από πλουσιότερες γειτονιές. Οι πολεοδόμοι του εικοστού αιώνα, είτε στη Νέα Υόρκη είτε στο Καράκας, συχνά σχεδίαζαν αυτοκινητόδρομους με τρόπο που σκόπιμα χώριζε τους φτωχούς. Με την εξαίρεση των υπηρετών που εργάζονται ως εσωτερικοί, η μικτή στέγαση απουσιάζει σε μεγάλο βαθμό σε πόλεις όπως το Ρίο ντε Τζανέιρο και το Γιοχάνεσμπουργκ. Η Σαγκάη αποκλείει την πρόσβαση σε υπηρεσίες όπως η εκπαίδευση και η ιατρική περίθαλψη, σε όσους δεν έχουν «διαβατήριο» κατοίκου, ουσιαστικά αποκλείοντας τον μεγάλο πληθυσμό μεταναστών-εργαζομένων στην πόλη. Ο κοινωνιολόγος Douglas Massey έχει τεκμηριώσει το μεγάλο βάθος της φυλετικής γκετοποίησης στις αμερικανικές πόλεις.

Ένας τέτοιος διαχωρισμός επηρεάζει την παροχή υγειονομικής περίθαλψης με συγκεκριμένο τρόπο. Τα Ηνωμένα Έθνη επιδιώκουν από καιρό να καλύψουν ιατρικές ανάγκες στον παγκόσμιο Νότο, δημιουργώντας τοπικές, μικρής κλίμακας κλινικές εντός φτωχών κοινοτήτων. Ωστόσο, λίγες από αυτές τις εγκαταστάσεις μπορούν να παρέχουν το προστατευτικό περιβάλλον και τα πολύπλοκα μηχανήματα που απαιτεί η COVID-19. Αυτός ο εξοπλισμός είναι πιο πιθανό να συγκεντρωθεί σε κεντρικά νοσοκομεία στις πόλεις. Η πανδημία έχει επομένως εκθέσει τους περιορισμούς της ιατρικής αποκέντρωσης, καθώς απελπιστικά άρρωστοι άνθρωποι πλημμυρίζουν κλινικές ανεπαρκώς εξοπλισμένες για μια κρίση τέτοιας κλίμακας και θνησιμότητας. Η πόλη της Αβάνας προσφέρει μια λαμπρή εξαίρεση: οι τοπικές κλινικές της τα έχουν καταφέρει με εξαιρετικό τρόπο, με μόνο ένα μέρος των πόρων που μπορεί να χρησιμοποιήσει η Νέα Υόρκη ή το Λονδίνο. Αλλά λίγες άλλες πόλεις στον παγκόσμιο Νότο έχουν προσεγγίσει αυτό το πρότυπο.

Οι κοινότητες που έχουν τόσο διαφορετικές εμπειρίες με την πανδημία έχουν επίσης διαφορετικές εμπειρίες με την ψηφιακή τεχνολογία. Από την εμφάνιση του νέου κορωνοϊού, ο Δυτικός Τύπος έχει επικεντρώσει την συζήτησή του για την τεχνολογία σε εύπορες κοινωνίες, όπου η συνδεσιμότητα επιτρέπει στους ανθρώπους να εργάζονται από το σπίτι και να αποφεύγουν την χρήση μαζικών μετακινήσεων, αραιώνοντας έτσι το κέντρο των πόλεων. Στις παραγκουπόλεις της Βομβάης, στις φαβέλες του Ρίο και τους δήμους του Γιοχάνεσμπουργκ, μια τέτοια συζήτηση είναι πολυτέλεια. Ένα άτομο δεν μπορεί να μεταφέρει σκουπίδια ή να καθαρίσει σπίτια από το διαδίκτυο και οι φτωχοί που εργάζονται χειρωνακτικά είναι αναγκαστικά πιο εκτεθειμένοι στον κίνδυνο. Η Apple και η Google έχουν επινοήσει εφαρμογές τεστ και εντοπισμού που λειτουργούν καλά -αλλά μόλις εντοπίσουν ποιος είναι άρρωστος σε φτωχές γειτονιές, τι γίνεται μετά; Σε πολλές περιπτώσεις, ο μόνος θεραπευτικός πόρος είναι η καραντίνα, και οι τοπικοί γιατροί και νοσηλευτές δεν διαθέτουν χειρουργικά γάντια και άλλο προστατευτικό εξοπλισμό. Το κινητό τηλέφωνο, όπως είναι, είναι το μόνο ιατρικό εργαλείο που διαθέτουν ορισμένοι επαγγελματίες της υγείας.

Και έτσι, [κάποιες] φτωχές κοινότητες έχουν υιοθετήσει online δίκτυα ως έσχατη λύση και ως υποκατάστατο της περίθαλψης που αποτυγχάνει ή λείπει εντελώς. Στο UN-Habitat, όπου είμαι σύμβουλος, έχουμε δει στοιχεία που υποδηλώνουν ότι τέτοια δίκτυα έχουν αναπτυχθεί σε όλο τον κόσμο. Βασίζονται σε δωρεάν εφαρμογές συνομιλίας (chatroom apps) που είναι τεχνολογικά απλές και εύκολες στην εγκατάσταση. Αυτές οι πλατφόρμες επιτρέπουν στα μέλη της κοινότητας να προσφέρουν υπηρεσίες υποστήριξης το ένα στο άλλο, να ελέγχουν μικρές μεταφορές χρημάτων, και να επικοινωνούν με μέλη της οικογένειας που βρίσκονται μακριά, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που βρίσκονται σε αγροτικές περιοχές. Οι φτωχές κοινότητες έχουν χρησιμοποιήσει online δίκτυα για τον μετριασμό των καθημερινών κινδύνων και αντιμετωπίζουν την κατάθλιψη και την απομόνωση που έχουν επιβάλει η πανδημία και τα επακόλουθα lockdown.

ΝΕΑ ΔΙΚΤΥΑ

Τα online δίκτυα βοήθειας ενδέχεται να θυμίσουν σε κάποιους τους οργανισμούς αμοιβαίας βοήθειας που δημιούργησαν οι κοινότητες της εργατικής τάξης στο Ηνωμένο Βασίλειο και τις Ηνωμένες Πολιτείες κατά τον 19ο αιώνα, όπως οι εταιρείες ταφής, οι συνεργατικές τράπεζες, και οι πάροχοι υποθηκών. Αλλά το παρόν δεν αποτελεί κλώνο του παρελθόντος. Οι ομάδες αμοιβαίας βοήθειας ήταν εθελοντικές ενώσεις όπως εκείνες που περιέγραψε ο Alexis de Tocqueville: κοινοτικές αλλά επίσημες, απαιτώντας από τους ανθρώπους να υποβάλουν αίτηση συμμετοχής και να ελεγχθούν. Το Διαδίκτυο δεν είναι Tocquevillιανό: δεν υπάρχουν κριτήρια για συμμετοχή εκτός από την κατοχή ενός κινητού τηλεφώνου. Οι κοινότητες είναι άτυπες, ρευστές και ανοιχτές σε όλους.

Όπως ισχυρίστηκε εδώ και πολύ καιρό η κοινωνιολόγος Theda Skocpol, ένα σύστημα πρόνοιας χρειάζεται ένα κράτος πρόνοιας. Οι εθελοντικές οργανώσεις αποδείχθηκαν απελπιστικά ανεπαρκείς στην αντιμετώπιση των οικονομικών αναγκών εκείνων που υπέφεραν κατά την διάρκεια της Μεγάλης Ύφεσης, όπως ακριβώς τα online δίκτυα επικοινωνίας από μόνα τους δεν μπορούν να θεραπεύσουν άτομα που βρίσκονται σε ιατρική πίεση σήμερα. Ωστόσο, υπάρχουν διδάγματα που πρέπει να αντληθούν από τις προηγούμενες προσπάθειες.

Το 1942, ο William Beveridge δημιούργησε το επιδραστικό του σχέδιο για το μετα-υφεσιακό, μεταπολεμικό βρετανικό κράτος πρόνοιας. Επικεντρώθηκε στην σταθεροποίηση της κοινωνίας υιοθετώντας έναν βασικό ελάχιστο μισθό, διασφαλίζοντας ένα ορισμένο εισόδημα από σύνταξη, και παρέχοντας δωρεάν ιατρική περίθαλψη [στμ: σε όσους είναι εγγεγραμμένοι στο σύστημα]. Το μοντέλο του Beveridge έκανε τους απλούς ανθρώπους δικαιούχους βοήθειας: αποτελούσαν ουσιαστικά ένα ακροατήριο της κρατικής ισχύος και δεν συμμετείχαν στην παροχή της δικής τους πρόνοιας.

Ένα τέτοιο σκεπτικό μπορεί να παρεμποδίζει τις απαντήσεις των κεντρικών κυβερνήσεων στους φτωχότερους πολίτες τους που έχουν ανάγκη σήμερα. Οι αξιωματούχοι του νοσοκομείου στην Βομβάη πρέπει να ενταχθούν στο δίκτυο Dharavi και να το χρησιμοποιήσουν ως ένα σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης και παρακολούθησης. Αλλά δεν έχουν σκεφτεί να το κάνουν αυτό, ίσως επειδή τα μέλη της online κοινότητας είναι μη επαγγελματίες τους οποίους οι αξιωματούχοι θεωρούν αδαείς -και επιπλέον φτωχοί. Οι online κοινότητες προσφέρουν στις υγειονομικές Αρχές την ευκαιρία, εάν την αρπάξουν, να εμπλέξουν το κοινό όχι ως δικαιούχοι και αποδέκτες περίθαλψης αλλά ως συμμετέχοντες στην παροχή πρόνοιας.

Ο Beveridge και οι ομόλογοί του κατάλαβαν τις δυνάμεις που αποσταθεροποιούν τις κοινωνίες τους ως ότι ήταν οικονομικές και στρατιωτικές. Δεν προέβλεπαν καταστροφικές πιέσεις όπως τις πανδημίες ή την κλιματική αλλαγή. Το μεγάλο μάθημα της περιόδου από την οποία περνά ο πλανήτης είναι ότι αυτές οι πιέσεις είναι συστημικές και όχι απλά επεισόδια. Όταν κυριαρχηθεί η COVID-19, θα αντικατασταθεί από μια άλλη ασθένεια που θα απειλεί τον κόσμο. Η κλιματική αλλαγή έχει προχωρήσει τόσο πολύ που οι επιπτώσεις της θα διαταράξουν την κοινωνία για τις επόμενες γενιές.

Πριν από μια δεκαετία, οι προμηθευτές τεχνολογίας πούλησαν τα αγαθά τους στο κοινό ως μια μετασχηματιστική παν-θεραπεία για όλα για τα δεινά της κοινωνίας. Αλλά μέχρι στιγμής, τα εργαλεία των μεγάλων τεχνολογικών εταιρειών έχουν αποδειχθεί ανεπαρκή για να αντιμετωπίσουν την συστημική διαταραχή. Οι υπηρεσίες για τους ευημερούντες δεν έχουν νόημα για τις μάζες των φτωχοποιημένων ανθρώπων. Σε μια φτωχή κοινότητα που βρίσκεται σε κρίση, η ταχύτητα, η ευρυζωνικότητα, και η χωρητικότητα αποθήκευσης [δεδομένων] είναι πράγματα ασήμαντα. Η μεγαλύτερη ανάγκη είναι η σύνδεση: να ακούς την φωνή ενός αγαπημένου προσώπου, να λαμβάνεις ένα μήνυμα από έναν γείτονα που χρειάζεται βοήθεια, να μάθεις ότι ένας συγγενής πολύ μακριά έχει επιβιώσει από μια μόλυνση. Δυστυχώς, στην Ινδία και αλλού, η κυβερνητική πολιτική υποστηρίζει την τεχνολογία πολυτελείας και αποτυγχάνει να χρησιμοποιήσει τις εύχρηστες, απλές υπηρεσίες που συνδέουν τις φτωχές κοινότητες μεταξύ τους και ενδεχομένως πέραν αυτών.

Πηγή: foreignaffairs.gr

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ